Διάλεξη στο 11ο Πανελλήνιο Συνέδριο Αλλεργιολογίας, Αθήνα, 14 - 17/ 4 / 2016

Η ψυχολογική δομή του παιδιού με Ατοπική νόσο και Γυρεοειδή Αλωπεκία.
Μαθαίνοντας  τον ασθενή – Μαθαίνοντας από τον ασθενή 

«Όλο μας το σώμα δεν είναι παρά η ίδια μας η σκέψη, σε ένα σχήμα που μας είναι ορατό»  ¨Ο Γλάρος Ιωνάθαν¨,   Richard Bach

 

 

alopekΟ εγκέφαλος και το δέρμα ( που περιλαμβάνει τα αισθητήρια όργανα) εμβρυολογικά, σχηματίζονται από το εξώδερμα. Μεταξύ των δύο αυτών επιφανειών λαμβάνει χώρα ένα παιχνίδι συναρμογών, όπως πολύ καλά το είχε δει ο Ν. Abraham (1978), που τις κάνει να παίρνουν, η μια σε σχέση με την άλλη, άλλοτε θέση φλοιού και άλλοτε θέση πυρήνα. Ίσως αυτό να αποδίδει η χρησιμοποιούμενη ευρέως στη καθημερινότητα φράση: «μπαίνω στο πετσί κάποιου», που σημασιολογικά δηλώνει ότι ταυτίζομαι μαζί του, μπαίνω στον πυρήνα του.

Το δέρμα ως το φυσικό όριο μας με τον εξωτερικό κόσμο, είναι ένας τηλέγραφος προς αυτόν και ταυτόχρονα ένας καθρέφτης του εσωτερικού μας κόσμου.

Ο Γάλλος ψυχαναλυτής DidierAnzieu εισήγαγε την έννοια του Εγώ- Δέρμα, ένα σχηματισμό τον οποίο χρησιμοποιεί το Εγώ του παιδιού κατά τις πρώιμες φάσεις της ανάπτυξης του. Προσπαθεί να αναπαραστήσει τον εαυτό του ως Εγώ που περιέχει τα ψυχικά περιεχόμενα, αρχίζοντας από την εμπειρία του εξωτερικού ορίου του σώματος του, ως κάτι που εμπεριέχει και ταυτόχρονα διαφοροποιεί. Σύμφωνα με τον Anzieu η σχέση μητέρας – βρέφους διαμεσολαβείται  και σχηματοποιείται  μέσα από το άγγιγμα και τις πρώτες μορφές αισθήσεων, τις οποίες αντιλαμβάνονται και κωδικοποιούν τα αισθητήρια όργανα.

Ας θυμηθούμε ότι κατά τον Άγγλο παιδίατρο-παιδοψυχίατρο και ψυχαναλυτή DWinnicott , η ολοκλήρωση του Εγώ στον χρόνο εξαρτάται από τον τρόπο που η μητέρα «κρατά» (holding), εμπεριέχει και  «χειρίζεται» (handling) το βρέφος της. Για να μπορέσει να αναπτυχθεί το παιδί ως ψυχοσυναισθηματική οντότητα μέσα σε ένα δικό του σώμα, χρειάζεται μια «επαρκώς καλή» μητέρα ικανή να παρέχει το σώμα της και το συναίσθημά της για να δώσει μορφή και λόγια στις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Αργότερα το παιδί ταυτιζόμενο με αυτή τη μητρική λειτουργία θα είναι ικανό να εκφράζει την αγάπη αλλά και την οργή (ως ένα επιθυμούν υποκείμενο), στην αναγκαία πορεία του προς την αυτονομία.Η μη κατάλληλη και επαρκής απόκριση και ικανοποίηση των σωματικών αναγκών του βρέφους από τη μητέρα, αυξάνει τις πιθανότητες να εκδηλωθούν αργότερα συναισθηματικές δυσκολίες, οι οποίες σχετίζονται με το δέρμα και τηλειτουργία του κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής. Η μητέρα χρησιμεύει επίσης για το βρέφος ως πρωταρχικό αλεξιδιεγερτικό  σύστημα ενάντια στις επιθέσεις του εξωτερικού περιβάλλοντος.

Το παιδί αισθάνεται καλά όταν κατανοούν την ανάγκη που νοιώθει  να κατανοούν τις ανάγκες του.

 

Η Διδακτορική  διατριβή  μου που εκπονήθηκε στην Ιατρική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου, με τίτλο «Παιδικές δερματοπάθειες ως σύμπτωμα της ψυχικής δομής του παιδιού και της οικογένειας του», είχε ως κύριες ερευνητικές υποθέσεις τις εξής:

  • Η εμφάνιση της Ατοπικής Δερματίτιδας (ΑΔ) και Γυρεοειδούς Αλωπεκίας(ΓΑ) στα παιδιά σχετίζεται με την ύπαρξη συναισθηματικών και συμπεριφορικών προβλημάτων σε αυτά
  • Η εμφάνιση της ΑΔ και της ΓΑ σχετίζεται με την ύπαρξη ψυχοπαθολογικών συμπτωμάτων σε κάποιον από τους γονείς του παιδιού
  • Τα παιδιά που πάσχουν από ΑΔ ή ΓΑ είχαν στο ιστορικό τους περισσότερα ψυχοκοινωνικά προβλήματα σε σχέση με την ομάδα ελέγχου «υγιών μαρτύρων»

Κάποια βιβλιογραφικά δεδομένα:

  • Οι ατοπικές διαταραχές στο σύνολο τους, φαίνεται ότι προκαλούν μεγαλύτερη επιβάρυνση από όλα τα χρόνια παιδικά νοσήματα ( Emersonetal
  • Οι εξάρσεις της ΑΔ και το επίμονο έκζεμα συνδέονται με δυσλειτουργικές σχέσεις στην οικογένεια και δυσκολίες στη σχέση γονιού – παιδιού (Βalkrishnanetal, 2003)

Αποτελέσματα - Συμπεράσματα

  • Υπάρχει άμεση σύνδεση μεταξύ της ύπαρξης ψυχοκοινωνικών προβλημάτων  τόσο σε κάποιον γονέα όσο και στο παιδί και την εμφάνιση ορισμένων Δερματικών παθήσεων (ΑΔ και ΓΑ)στην παιδική ηλικία
  • Τα παιδιά με ΑΔ ή ΓΑ είχαν, από το ιστορικό τους, αυξημένα   συμπτώματα ψυχολογικής δυσκολίας σε σχέση με τα υγιή παιδιά (ομάδα ελέγχου)
  • Οι γονείς των παιδιών αυτών εμφάνιζαν αυξημένο άγχος, συναισθηματικές και κοινωνικές δυσκολίες σε σχέση με τους γονείς των παιδιών της ομάδας ελέγχου. Το εύρημα αυτό συμφωνεί και ενισχύεται από τις κλινικές συνεντεύξεις που πραγματοποιήθηκαν ξεχωριστά με τους γονείς και τα παιδιά
  • Οι επικρατούσες ψυχολογικές δομές στα παιδιά με ΑΔ ή ΓΑ, αλλά και σε κάποιον τουλάχιστον από τους γονείς, ήταν κυρίως δυο ειδών:

v  Δυσκολία έκφρασης της οργής και χρόνια ενδοβολή της, συνοδευόμενη από διάφορα σωματικά συμπτώματα, αυτομομφή, φόβο της αυτονομίας και εξαρτητικότητα, που είναι χαρακτηριστικά της Καταθλιπτικής δομής προσωπικότητας ή Διαταραχής

v  Μεγάλη ανάγκη ελέγχου του περιβάλλοντος και συσσωρευμένη οργή από τις παραμικρές ματαιώσεις της,( που δεν  επιτρέπεται να λεκτικοποιηθεί), όπως επίσης υπερπροστασία, αμφιθυμία, τελειομανία, δυσκολία δημιουργίας σχέσεων και φόβος της αλλαγής, που είναι χαρακτηριστικά της Ψυχαναγκαστικής δομής προσωπικότητας ή Διαταραχής

  • Τα ευρήματα μας συνηγορούν στο ότι η ΑΔ και η ΓΑ του παιδιού είναι σύμπτωμα της οικογένειας του παιδιού

Η παρούσα ερευνητική εργασία παρέχει δεδομένα τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τους επαγγελματίες που έρχονται σε καθημερινή επαφή με αυτόν τον πληθυσμό, όπως παιδίατροι, δερματολόγοι και αλλεργιολόγοι, σε ένα πνεύμα συνεργασίας και θεραπευτικής συμμαχίας με τους παιδοψυχίατρους αλλά και τους γονείς. Η θεραπευτική διαδικασία είναι μακροχρόνια και πολυπαραγοντική, δεδομένης της δυσκολίας του παιδιού αλλά και των γονέων κυρίως, να δουν και να δεχθούν μια σύνδεση του αντικειμενικού ευρήματος, όπως η Δερματοπάθεια, με μη αντικειμενικές και ορατές παραμέτρους, όπως συναισθήματα και ψυχικές συγκρούσεις. Για το καλό των ασθενών μας η πρόληψη και η θεραπεία των δερματικών - αλλεργικών ασθενειών θα πρέπει  να βασίζεται σε πρότυπα, ολοκληρωμένα προγράμματα διεπιστημονικής συνεργασίας

 

Μαθαίνοντας  τον ασθενή – Μαθαίνοντας από τον ασθενή

«Το αληθινό ταξίδι ανακάλυψης δεν είναι να αναζητήσεις καινούρια τοπία, αλλά να έχεις καινούρια μάτια»        Μ.Προυστ                                       

Όταν ένας ασθενής παραπονιέται για ένα σύμπτωμα συχνά η πρώτη ερώτηση είναι: «πόσο καιρό το έχετε;» και όχι «πότε άρχισε;». Οι δύο ερωτήσεις είναι εντελώς διαφορετικές. Η δεύτερη ανοίγει μια προοπτική στην προσωπική, μοναδική ιστορία του ασθενούς και του δίνει την ευκαιρία, τουλάχιστον, να δώσει μια πραγματική πληροφορία π.χ.                    « πρωτοεμφανίστηκε όταν αλλάξαμε σπίτι, πριν δύο μήνες».

Ακόμα και αν ο ασθενής δεν θέλει ή δεν μπορεί να κάνει τις απαραίτητες συνδέσεις, παρά τη σωστή ερώτηση, οι δύο αυτές ερωτήσεις αναδεικνύουν δύο αντικρουόμενες αντιλήψεις: η μια ερμηνεύει την ασθένεια ως αυτόνομη και προϋπάρχουσα οντότητα και η άλλη την εξετάζει σαν ένα αναπόσπαστο μέρος της ζωής του ασθενούς.

Αυτή η διαφορά απεικονίζει την διάκριση μεταξύ «ασθένειας»- ένος όρου που αναφέρεται στα βιώματα του ασθενούς – και της «νόσου», ένος όρου που υποδηλώνει μια αυθύπαρκτη παθολογική διαδικασία την οποία ίσως αγνοεί ο ασθενής.

Το σύμπτωμα μπορεί να λειτουργήσει και ως ένα είδος λόγου, μια έκκλιση προς τους άλλους και ίδιως τους ειδικούς, να αντιληφθούν την ψυχική οδύνη του ασθενούς. Εκπέμπει ένα μήνυμα, ίδιως σε περιπτώσεις δερματικών διαταραχών όπου τα συμπτώματα γίνονται αντιληπτά, γεγονός που τους προσδίδει μια επικοινωνιακή λειτουργία. Αν οι κρίσεις αυτές είναι μια έκκληση προς ένα άλλο πρόσωπο ή κρύβουν κάποιο μήνυμα, καταπολεμώντας τες, καθώς και την επικοινωνιακή τους λειτουργία, δημιουργούμε πρόσθετους κινδύνους. Ο ασθενής απαλλάσσεται από τις κρίσεις, όμως οι επιθυμίες και τα άγχη του που ζητούσαν τρόπο έκφρασης, απαιτούν τώρα μια νέα διέξοδο, γεγονός που μπορεί να συνεπάγεται την εμφάνιση νέων συμπτωμάτων ή επικίνδυνων συμπεριφορών.

Ακόμη και αν ο ασθενής αναφέρει ένα δυσάρεστο γι’αυτόν γεγονός και ο γιατρός μπορεί να συμπεράνει ότι τα συμπτώμτα έχουν σχέση με ένα στρες, τί πραγματικά  σημαίνει αυτό ;

Το στρες είναι η εύκολη λύση, ένας τρόπος να αποφευχθεί η λεπτομερής ανάλυση του ιστορικού του ασθενούς και της ατομικής του αφήγησης, αν και παραδόξως φαίνεται ότι μια αλλαγή από μόνη της είναι αρκετή για να προκαλέσει την ασθένεια, επιβεβαιώνοντας έτσι τη ρήση του Ιπποκράτη, ότι για τις ασθένειες ευθύνονται κυρίως οι αλλαγές.

Όταν το συμβάν δεν μπορεί να αφομοιωθεί από τον ψυχισμό, μοιάζει να επενεργεί εξωτερικά σαν κάτι που το άτομο υποφέρει παθητικά και όχι κάτι στο όποιο εμπλέκεται ενεργά. Η άρνηση των ενδογενών προβλημάτων και η μετατροπή τους σε εξωγενή μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι η κρίσιμη αιτία που θα επισπεύσει την ασθένεια, ιδίως όταν συνυπάρχει γενετική επιβάρυνση.

Ωστόσο, δεν είναι ποτέ εύκολο να διακρίνουμε ξεκάθαρα ανάμεσα στις νοητικές καταστάσεις και το συναίσθημα. Όπως τόνισε ο Freud το 1905, « όλες οι νοητικές καταστάσεις, ακόμα και αυτές που συνήθως θεωρούμε ως διανοητικές διαδικασίες, είναι σε ένα βαθμό συγκινησιακές και καμία δεν στερείται φυσικών εκδηλώσεων ή της δυνατότητας μεταβολής των σωματικών διαδικασιών».

Οι λέξεις και οι σκέψεις διαμορφώνουν τις σχέσεις μας με τους άλλους και συχνά μόνο μέσω της ψυχανάλυσης μπορούν να ανακλιθούν από το παρελθόν και να γίνει κατανοητή η αρχική σημασία τους για τη ζωή κάποιου. Με άλλα λόγια, μια τρομακτική σκέψη απωθείταικαι εξορίζεται οριστικά από το συνειδητό, αλλά τα έντονα συναισθήματα που την συνοδεύουν διαχέονται στο σώμα. Η ένταση της επίμαχης σκέψης γίνεται έτσι λιγότερο απειλητική χάρη στη μετατροπή της σε κάτι σωματικό. Συνηθέστερα συμπτώματα μετατροπής, εκτός από τον πονοκέφαλο και τις γαστρεντερικές διαταραχές, είναι τα δερματικά προβλήματα. Κοινό τους χαρακτηριστικό είναι ότι εκφράζουν κάτι και επομένως οφείλουμε να τα ακούσουμε με προσοχή και να τα αποκωδικοποιήσουμε.

Υπάρχουν όμως σωματικά συμπτώματα που στερούνται ψυχολογικής βάσης, όπως υπάρχουν και ψυχικές καταστάσεις που γεννούν σωματικά συμπτώματα που όμως δεν εμπεριέχουν κάποιο κρυφό μήνυμα. Δηλαδή αφορούν κάτι που καταπιέζεται σε ένα μέρος και ξεπετάγεται κάπου αλλού. Ο FranzAlexander, που ίδρυσε το Ψυχαναλυτικό Ινστιτούτο του Σικάγο, πίστευε ότι όταν οι ιδέες και τα συναισθήματα καταπιέζονται και δεν βρίσκουν τρόπο έκφρασης, η δράση του αυτόνομου νευρικού συστήματος αναστέλλεται και αυτή. Έτσι η συσσωρευμένη ενέργεια δεν βρίσκει διέξοδο για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλοιώνοντας τους ιστούς.

 Ας σκεφτούμε για παράδειγμα, ότι τα πρώτα συναισθήματα αγάπης που εισπράττει το παιδί είναι συνυφασμένα με την πρώτη εμπειρία του ταΐσματος. Αν το παιδί αισθανθεί απόρριψη, ενώ θέλει να εισπράξει αγάπη και αδυνατεί να εκφράσει την επιθυμία του αυτή, δεν αποκλείεται τις αρνητικές συνέπειες αυτής της απόρριψης να τις υποστεί το στομάχι του, (που προετοιμαζόταν σαν να επρόκειτο να δεχθεί τροφή με αύξηση των γαστρικών οξέων) δημιουργώντας  προϋποθέσεις για την εμφάνιση γαστρικής διαταραχής.

Στο άσθμα, όπως και στο προηγούμενο παράδειγμα, έχουμε τη σωματοποίηση της σύγκρουσης ανάμεσα σε μια διεισδυτική και υπερπροστατευτική μάνα – οξυγόνο και εγκλωβισμό του παιδιού στην παθολογική, βιολογική του αντίδραση. Κοινώς πνίγεται στα υγρά του. Εδώ έχουμε να κάνουμε με συγκρούσεις ανάμεσα στην αίσθηση της εξάρτησης και την άρνησή της ή την φυσική επιθετικότητα του παιδιού και τα μέτρα που λαμβάνονται για την αναστολή της, φοβούμενο μην χάσει την αγάπη των τόσο σημαντικών γι’αυτό προσώπων.

Σύμφωνα με το γνώστο μοτίβο «αντίδραση μάχης ή φυγής», ο οργανισμός τίθεται σε εγρήγορση για μια ενέργεια που δεν πραγματοποιείται ποτέ. Το αποτέλεσμα είναι η παρατεταμένη υπερδιέγερση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος που μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα σε διάφορα όργανα χωρίς ένα ιδιαίτερο νόημα. Είναι όμως εφικτός ένας τόσο ξεκάθαρος διαχωρισμός μεταξύ των συμπτωμάτων;

Αν ένα σύμπτωμα μετατροπής συνεχίζεται για πολλά χρόνια δεν θα έφθειρε τελικά τους ιστούς;                                 Αν ένας άνθρωπος επιθυμεί να απαλλαγεί από κάποιο κοντινό του άτομο, αλλά δυσκολεύεται να εκφράσει την επιθυμία του αυτή, ενδέχεται να αποκτήσει συμπτώματα μετατροπής υπό μορφή ζαλάδων και εμετού, τα οποία θα συμβόλιζαν την επιθυμία να απαλλαγεί ο οργανισμός από το ανεπιθύμητο άτομο. Αν αυτά τα συμπτώματα συνεχίζονταν για καιρό, σε συνδυασμό με την υπερέκκριση γαστρικών οξέων, δεν θα μπορούσαν να προκαλέσουν έλκος στομάχου;

Κάποιες δερματικές παθήσεις επίσης όπως το έκζεμα, σύμφωνα με το προαναφερόμενο παράδειγμα, ενώ έχουν συχνά συμβολικό χαρακτήρα, επιφέρουν τελικά μεταβολές στους ιστούς. Βλέπουμε λοιπόν ότι τα όρια μεταξύ των συμπτωμάτων μετατροπής και άλλων συμπτωμάτων δεν είναι πάντα σαφή.

Μια παλιά ασθένεια δίχως προφανές ψυχολογικό υπόβαθρο μπορεί να ενεργοποιηθεί και πάλι ύστερα από χρόνια, είτε για να εκφράσει ένα συμβολικό μήνυμα είτε απλώς σαν αντίδραση σε ένα ανησυχητικό ή ψυχολογικά δυσάρεστο γεγονός. Ο παράγοντας του χρόνου είναι καθοριστικός.  Κατά τον ίδιο τρόπο που η αντίδραση εμφανίζεται αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή, το σύμπτωμα μπορεί να εμφανιστεί πιο μετά, όταν θα απουσιάζει το αντικείμενο της αντίδρασης.

Εδώ κάποιος δύσπιστος θα μπορούσε να πει ότι αυτές οι ερμηνείες είναι παρατραβηγμένες. Δεν μπορούμε ωστόσο να αγνοήσουμε τη σημασία που έχει η νοητική αναπαράσταση της σωματικής διαδικασίας. Αυτή με τη σειρά της εγγράφεται στο σώμα και είναι δυνατή η ενεργοποίηση της στο μέλλον. Το ίδιο σύμπτωμα ή νόσημα μπορεί να αποκτήσει διαφορετική λειτουργία σε άλλες φάσεις της ζωής ενός ατόμου. Αυτό δεν συμβαίνει και στο πιο συνηθισμένο είδος συμπτωμάτων, τις αλλεργίες;

Όπως πολύ καλά γνωρίζουν οι αλλεργιολόγοι,η χρονική στιγμή που εμφανίζεται μιααλλεργική αντίδραση μπορεί να είναι εύλογη, αλλά σε άλλη περίπτωση να καλύπτεται από μυστήριο. Από τη στιγμή που η φυσική αντίδραση καταγράφεται και κωδικοποιείται στον εγκέφαλο, μπορεί οποιαδήποτε στιγμή στο μέλλον να ενεργοποιηθεί ξανά. Οι ψυχολογικοί παράγοντες μπορεί να παίζουν ένα ρόλο στην πρώτη εμφάνιση των συμπτωμάτων, όμως δεν προδιαγράφουν την μελλοντική εμφάνισή τους με πάντα προβλέψιμο ή προφανή για όλους τρόπο. Ένα σύμπτωμα δεν έχει απαραιτήτως το ίδιο νόημα πάντα, ούτε επιπλέον, πρέπει να εγκαταλείψουμε την ιδέα ότι τα συμπτώματα μπορεί να σημαίνουν κάτι αλλά μπορει και όχι.

Αν λάβουμε υπ΄ όψιν μας τη διάκριση μεταξύ συμπτώματος - ερώτησης και συμπτώματος – απάντησης (της απάντησης δηλαδή που δίνει το σώμα σε κάποια στιγμή της ζωής του ατόμου), τότε ίσως αποκτήσουμε ένα χρήσιμο πλαίσιο για την επεξεργασία ορισμένων από τα φαινόμενα που συζητάμε.

Από κλινικής άποψης, αυτό σημαίνει ότι οι γιατροί οφείλουν να ακούν τους ασθενείς τουςμε προσοχή, ώστε να καταλαβαίνουν πότε ένα σύμπτωμα λειτουργεί ως έκκλιση. Για παράδειγμα, το κοινότατο σύμπτωμα του άγχους, καταπολεμάται επιτυχώς με τα σύγχρονα φάρμακα αλλά με τι τίμημα; Αν το άγχος είναι ένα είδος ψυχολογικού σήματος που ενεργοποιεί τους μηχανισμούς άμυνας, μήπως τα φάρμακα που περιορίζουν το άγχος κινδυνεύουν καμιά φορά να προκαλέσουν σωματικά συμπτώματα φράζοντας αυτές τις διεξόδους; Αν δεν μπορούν να ενεργοποιηθούν οι συγκεκριμένοι ψυχολογικοί  αμυντικοί μηχανισμοί, τότε ίσως παρουσιαστούν άλλα συμπτώματα - φυσικού τύπου πολλές φορές – ως αντίδραση σε τραυματικές εμπειρίες ή καταστάσεις.

Αν όμως θεωρήσουμε τις απεγνωσμένες επισκέψεις στους γιατρούς σαν μια ευκαιρία για το άτομο να εξετάσει τι δεν πάει καλά στη ζωή του; Όπως παρατήρησε ο Balint, η λύση της ιατρικής θεραπείας είναι απλώς ένας τρόπος απόρριψης της άρρητης πρόθεσης του ατόμου να μιλήσει, αν και αυτό δεν φτάνει για όλες τις περιπτώσεις.Παρ’αυτά, τη μεγαλύτερη σημασία έχει το πώς το άτομο επεξεργάζεται και ερμηνεύει τα γεγονότα της προσωπικής του ιστορίας και πόσο οι γιατροί είναι πρόθυμοι να το ακούσουν. Πρέπει επιτέλους να τονιστεί ότι μια καλή εκπαίδευση στην τέχνη της ακρόασης και της ερμηνείας των λεγομένων του ασθενούς, θα ήταν τουλάχιστον εξίσου χρήσιμη με μια καλή κλινική εκπαίδευση, για ένα γιατρό.

Ο διακεκριμένος Γάλλος Ψυχαναλυτής JLacan υποστήριξε ότι κύριο καθήκον του γιατρού είναι να καταλάβει τι πραγματικά ζητάει ο ασθενής. Θεωρούσε ότι η ψυχανάλυση, ως διαδικασία προσεκτικής ακρόασηςκαι χρήσης των συλλεγόμενων πληροφοριών για τη διαμόρφωση της καλύτερης δυνατής απάντησης, ήταν στην πραγματικότητα το τελευταίο καταφύγιο της παραδοσιακής ιατρικής.

Η ψυχαναλυτική θεωρία μπορεί να φανεί χρήσιμη στην κατανόηση των παραμέτρων μιας νόσου που διαφορετικά θα έμεναν στην αφάνεια, όμως η ψυχανάλυση δεν επικεντρώνεταιι στην ίδια τη νόσο. Οι υποσυνείδητες διανοητικές διεργασίες μπορούν να έχουν ισχυρή επίδραση στο σώμα, όμως η δια του λόγου θεραπεία είναι πιθανότερο να έχει καλά αποτελέσματα σε συνδυασμό με άλλες ιατρικές θεραπείες, ευαισθητοποιημένες όμως ως προς τη σημασία του ανθρώπινου διαλόγου. Οι ψυχαναλυτικές θεραπείες είναι χρήσιμες επίσης γιατί φωτίζουν καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο φέρνουν αποτελέσματα και ορισμένες μη ψυχαναλυτικές θεραπείες.

Ο ρόλος του γιατρού σε πολλές παραδοσιακές κοινωνίες, περιελάμβανε τη διαδικασία της προσεκτικής ακρόασης και της βαθιάς γνώσης του ασθενούς. Μήπως θα έπρεπε να αναζητήσουμε πάλι τη μόνη πρακτική που επιτρέπει στο γιατρό να κρατήσει κάτι από την ιδιαιτερότητα του ρόλουτου; Ο διαχωρισμός σώματος – πνεύματος είναι ίσως στην πραγματικότητα ένας μηχανισμός άμυνας για να μην αναγνωρίσουμε και εμείς,(μαζί με τους ασθενείς μας), πόσο μας επηρεάζουν οι οδυνηρές ή δύσκολα επεξεργάσιμες σκέψεις. Η ασθένεια είναι μια διαταραχή επικοινωνίας μεταξύ ιστών – κυττάρων – οργάνων και κυρίως μεταξύ των ανθρώπων. Ας ακούσουμε την παραίνεση της  μεγάλης μας ποιήτριας Κικής  Δημουλά : «Μίλα, οι λέξεις έχουν έχθρες μεταξύ τους, έχουν ανταγωνισμούς : εάν κάποια από αυτές σ’αιχμαλωτίσει, σ’ελευθερώνει άλλη».

 

Διάβάστε για πιο ολοκληρωμένη γνώση και το:

Η ΨΥΧΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΣΤΙΣ ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΔΕΡΜΑΤΟΠΑΘΕΙΕΣ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

 

 

 

Χάρης Καραμπέτσος MD,Ph.D

Ψυχίατρος παιδιών & εφήβων 
Διδάκτωρ Ιατρικής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου

Επιστ. Διευθυντής Κέντρου Πρόληψης Εξαρτήσεων & Προαγωγής Ψυχοκοινωνικής Υγείας Αγ. Παρασκευής, Χολαργού, Παπάγου - ΟΚΑΝΑ

Ιατρεία

Αθήνα
Τζαβέλλα 70 & Μεσογείων
Ν. Ψυχικό

250μ. Στάση Μετρό Χολαργός
Τηλ. : 210-6541171
Κιν. :  693-6541171

Κιάτο
28ης Οκτωβρίου 43, Κιάτο
Τηλ.: 27420 22654

Φόρμα Επικοινωνίας

Συμπληρώστε τα πεδία της φόρμας.